25.6.10

Το DNA του Έλληνα


Διαβάζω σε άρθρο του Θανάση Καρτερού στην εφημερίδα «Αυγή» της 24ης Ιουνίου 2010:

Όλα τριγύρω αλλάζουνε κι όλα τα ίδια μένουν λοιπόν. Η απεργία είναι δικαίωμα, αρκεί να μην ενοχλεί κανέναν και κυρίως τα αφεντικά και την κυβέρνηση. Επίσης να μην κριθεί παράνομη και καταχρηστική. Επίσης να μην περιφρουρείται. Επίσης να συμφωνούν μ’ αυτή τουλάχιστον κάνα δυο μεγάλα ΜΜΕ. Και τελικώς αρκεί να μην ασκείται…

Κι εγώ που, μάταια, νόμιζα πως ο πλούτος της ελληνικής γλώσσης ήτο ικανός να αποτυπώσει λεκτικώς τα πάντα…

Φευ!

Για ποια απεργία μιλάμε; Τι πάει να πει «απεργία», δηλαδή;

Έχουμε, λέει, ΔΝΤ. Έχουμε την τρόικα, έχουμε τα χρέη μας, τα ελλείμματά μας, το χάλι μας το μαύρο, γενικότερα.

Και η πλειοψηφία δεν απεργεί.

«Αντίσταση του καναπέ» την ονομάζουν κάποιοι. Εύκολα λόγια ενός παλαιοντολογικού θεωρητισμού που έχει κατακερματίσει τις πολιτικές δυνάμεις σε χίλιες δυο ιδεολογίες. Δογματικές, προοδευτικές, φιλελεύθερες, συντηρητικές, κινηματικές, ριζοσπαστικές, και ένα σωρό άλλες – ακαταλαβίστικες, μεν, μα κυρίως μη χρονικά συμβατές.

Κούφιες ιδεολογίες.

Πώς να απεργήσει δηλαδή ο ιδιωτικός υπάλληλος; Θα βρεθεί στον δρόμο την ίδια στιγμή.

Πώς να απεργήσει ο ελεύθερος επαγγελματίας; Ο έμπορος; Δεν έχει την πολυτέλεια. Πεινάει. Οι επιταγές τρέχουν. Το ΙΚΑ, το ΤΕΒΕ, η εφορία, τα δάνεια, οι κάρτες. Τον έχουν εξουθενώσει τόσα χρόνια όλοι, πανταχόθεν.

Πώς να απεργήσει ο βιοτέχνης, ο βιομήχανος; Α, ξέχασα. Αυτοί είναι το κεφάλαιο. Κανείς δεν τους λυπάται όμως όταν κλείνουν τις βιοτεχνίες και τα εργοστάσιά τους, πιεζόμενοι από την εκάστοτε οικονομική συγκυρία. Μόνο οι καημένοι οι εργαζόμενοι έχουν τα δίκαια τους. Το κεφάλαιο είναι πάντα κακό. Το έγραψε πρώτος ο Μαρξ – άρα, έτσι θα είναι.

Έχετε προσέξει ποιοι απεργούν παραδοσιακά στην Ελλάδα;

Δεν μιλάω για τους υποκινούμενους του ΚΚΕ και του ΠΑΜΕ που προσπαθούν να κάνουν αντάρτικο με παλαιολιθικούς όρους μέσα σε ένα σύγχρονο κοινωνικοπολιτικό γίγνεσθαι. Για τους άλλους λέω, τους –και καλά– «υπερκομματικούς». Αυτούς που, πολύ εύκολα, μπορούν να διακριθούν σε δύο μόλις κατηγορίες:

Όσους απολαμβάνουν την εργασιακή μονιμότητα – λέγε με δημόσιο υπάλληλο, γιατρό, δάσκαλο, κ.λπ. Απεργούν πάντα γιατί ζητούν μεγαλύτερες απολαβές, γιατί γκρινιάζουν για τις περικοπές ή γιατί προσδοκούν νέες προσλήψεις –τάχα μου αλληλεγγύη στους νέους και αδικημένους– ώστε να δουλεύουν, πρακτικά, λιγότερο.

Όσους προσδοκούν την εργασιακή μονιμότητα – λέγε με συμβασιούχο, ωρομίσθιο, αναπληρωτή, stager, κ.λπ. Αυτοί θεωρούν υποχρέωση του κράτους να τους προσλάβει, μιας και την περίοδο που σπούδασαν αυτό που σπούδασαν, τους είχαν τάξει μόνιμους λαγούς με μόνιμα πετραχήλια.

Στην παραπάνω κατηγορία πρέπει να εντάξω, όμως, και δύο ακόμη ομάδες:

(α) τους απανταχού επιδοτούμενους (βλ. αγρότες). Ετήσια επιδότηση = εργασιακή μονιμότητα.

(β) Τους ήδη (ή προσεχώς) απολυμένους. Αυτοί θεωρούν την ΣΥΓΚΕΚΡΙΜΕΝΗ θέση εργασίας θεμελιώδες δικαίωμα, κάτι σαν τη θέση που έπιασες στο λεωφορείο και δεν δικαιούται να σου πάρει κανείς.

Το Σύνταγμα της Ελλάδας προβλέπει, σε δύο πολύ σημαντικά άρθρα του, το δικαίωμα στην εργασία και το δικαίωμα στην απεργία.

Για την εργασία, λοιπόν, ορίζει (α. 22):

Η εργασία αποτελεί δικαίωμα και προστατεύεται από το Κράτος, που μεριμνά για τη δημιουργία συνθηκών απασχόλησης όλων των πολιτών και για την ηθική και υλική εξύψωση του εργαζόμενου αγροτικού και αστικού πληθυσμού.

Κοινώς, αν δε μπορώ να σε κρατήσω σε μία συγκεκριμένη θέση, πρέπει να φροντίσω να έχεις ίσες ευκαιρίες ώστε να μπεις κάπου αλλού. Σωστό.

Αντίστοιχα για την απεργία, ορίζει (α. 23):

Το Κράτος λαμβάνει τα προσήκοντα μέτρα για τη διασφάλιση της συνδικαλιστικής ελευθερίας και την ανεμπόδιστη άσκηση των συναφών μ' αυτή δικαιωμάτων εναντίον κάθε προσβολής τους, μέσα στα όρια του νόμου.

Κοινώς, διαμαρτυρήσου όσο θες, αλλά μην παρανομείς. Σωστό.

Άρα, οδηγούμαστε στα εξής εύλογα συμπεράσματα:

Δικαίωμα όλων να διεκδικούν καλύτερες συνθήκες εργασίας, απαιτώντας νέες προσλήψεις προσωπικού και αυξήσεις. Δικαίωμα και της κοινωνίας, όμως, να αρνείται μιας και κανείς δεν υποχρεώνεται σε καταναγκαστική εργασία (κάτι που προβλέπεται επίσης από το Σύνταγμα). Αν θεωρούν ότι μπορούν καλύτερα, ιδού η Ρόδος.

Δικαίωμα όλων να διεκδικούν τη μονιμότητά τους. Δικαίωμα και της κοινωνίας, όμως, να αρνείται μη δυνάμενη – ειδικά σε μια τέτοια δύσκολη οικονομικά συγκυρία.

Δικαίωμα όλων να διεκδικούν επιδοτήσεις. Δικαίωμα και της κοινωνίας, όμως, να αρνείται να συντηρούνται ομάδες εργαζομένων πολλαπλών ταχυτήτων, ενισχύοντας άλλωστε τις ταξικές αντιθέσεις. Γι' αυτό πουλήσαμε την Ολυμπιακή και τον ΟΤΕ, άλλωστε. Θυμάστε;

Δικαίωμα όλων να διεκδικούν τις παλιές χαμένες θέσεις τους. Δικαίωμα και της κοινωνίας, όμως, να λειτουργεί σύννομα.

Γκρινιάζουν λοιπόν οι απεργοί, γκρινιάζει κι η κοινωνία.

Γιατί;

Πιο πριν είχαμε τους αγρότες. Τους γιατρούς. Τώρα ταλαιπωρούνται οι τουρίστες. Κλείνουν τα λιμάνια, δυσφημείται η χώρα. Ζημιώνονται οι επιχειρήσεις που απασχολούν κι αυτές με τη σειρά τους άλλους εργαζόμενους (αλλά αυτοί, είπαμε, είναι το κεφάλαιο – δεν μας ενδιαφέρουν, να κόψουν το λαιμό τους).

Είμαι σίγουρος ότι δεν είμαι κατά της απεργίας. Μα δεν είμαι σίγουρος για το τι σημαίνει, πια, «απεργία».

Η απεργία (πρέπει να) έχει την έννοια της «όχλησης», όχι την έννοια της «διάλυσης».

Συνηθίζω να λέω ότι αν θεωρείς ότι έχεις δίκιο σε κάτι, ο τρόπος δράσης/αντίδρασης μπορεί να αναιρέσει κάλλιστα αυτό το δίκιο σου. Αν, φερειπείν, δεν ξεκινάει ο μπροστινός μου στο φανάρι γιατί βάφει τα νύχια του, μπορώ –ενδεχομένως– να κορνάρω για να τον ξυπνήσω, παρότι παραβιάζω ελαφρώς τον ΚΟΚ. Αν, όμως, ανοίξω την πόρτα και τον σκοτώσω, δε νομίζω να μου δώσει δίκιο κανείς.

Πώς, λοιπόν, όταν μια χούφτα απεργών, με δίκαια ή άδικα αιτήματα, καταλύει το κράτος και την συνοχή του κοινωνικού ιστού, μπορεί να βρει το δίκιο της;

Δε μπορεί.

Αλλά οι «θεωρητικοί του καναπέ» με τις κούφιες ιδεολογίες, πιστεύουν ότι μπορεί.

Γιατί έτσι τους είπαν. Κι αυτοί τους πίστεψαν.

Δεν έχει σημασία αν καταλύονται οι νόμοι της ελεύθερης διακίνησης, της παρακώλυσης των συγκοινωνιών. Δεν έχει σημασία αν ζημιώνονται άλλοι κλάδοι από τις κινητοποιήσεις τους, έμμεσα ή άμεσα (ακτοπλοΐα, ξενοδοχειακός κλάδος, τουριστικά και εμπορικά καταστήματα, η σίτιση ή τα καταστήματα διασκέδασης).

Σημασία έχει μόνον η επίτευξη του ιερού, κομματικού, δογματικού στόχου.

Η ανθρώπινη απόγνωση, στη μεγαλύτερη επαναλαμβανόμενη εκμετάλλευση και χειραγώγηση της ιστορίας.

Η προσαρμογή στις εκάστοτε συνθήκες, όμως, είναι η μέγιστη αρετή της αυτοσυντήρησης.

Όταν προσαρμοστούμε ΟΛΟΙ και ξεκινήσουμε να απαιτούμε ΟΛΟΙ για ΟΛΟΥΣ, η επόμενη μέρα θα ξημερώσει πιο όμορφη και πιο ελπιδοφόρα. Όσο γκρινιάζουμε για να διαφυλάξουμε τον εαυτό μας, αδιαφορώντας για τον κοινωνικό αντίκτυπο και τις «παράπλευρες απώλειες», αυτή η χώρα δεν πρόκειται να αλλάξει ποτέ.

Δεν έχω καμία πίστη, πια.

Δεν μου φταίνε οι διεφθαρμένες κυβερνήσεις και τα κόμματα. Ούτε τα μικρά, ούτε τα μεγάλα.

Μου φταίει το βρώμικο DNA που κουβαλάει ο Έλληνας. Το DNA της εγωπάθειας και της αναλγησίας.




7.6.10

Ανοιχτή επιστολή στους καημένους


Έτσι, για να ασχοληθούμε και με τίποτα μη-σοβαρό, ένιωσα σήμερα την ανάγκη να απαντήσω σε ένα άρθρο από το yupi.gr το οποίο και διάβασα τυχαία. Οι μη-γκατζετάκηδες, παρακαλώ να με αγνοήσουν πανηγυρικά.

Το άρθρο έχει ως εξής (παρεμβάλλονται οι απαντήσεις μου):

Προχτές η Google ανακοίνωσε την κυκλοφορία του Nexus One, ενός θαυμάσιου νέου κινητού τηλεφώνου με το λειτουργικό σύστημα Android. Πριν περάσουν λίγα λεπτά, το Twitter και τα μεγάλα τεχνολοwebsites γέμισαν με σχόλια-παραλλαγές του "πφ, το δικό μας είναι καλύτερο, σιγά" από τους iPhoneάδες (προφέρεται "αηφονιάδες"). Είναι ένα σύνηθες φαινόμενο: Πολλοί κάτοχοι iPhone έχουν μετατραπεί σε μουτζαχεντίν του κινητού τους τηλεφώνου, παίρνοντας το θέμα της διαφήμισής του και της υπεράσπισής του απέναντι σε (φανταστικούς;) εχθρούς πολύ προσωπικά. Προς αυτούς απευθύνω την παρακάτω επιστολή.

Μουτζαχεντίν είσαι και φαίνεσαι. Τζιτζιφιόγκε.

Αγαπητέ iPhoneά

1. Το iPhone είναι ένα τηλέφωνο. Δεν το έφτιαξες, το αγόρασες. Οπότε σταμάτα να είσαι τόσο χαρούμενος που το έχεις.

Αν αποκαλείς το iPhone «τηλέφωνο» τότε είμαι σίγουρος ότι απλά δεν το έχεις. Αν το είχες θα ήξερες ότι δεν είναι «τηλέφωνο» αλλά ΤΟ τηλέφωνο.

2. Το iPhone είναι ένα καταπληκτικό κινητό. Αυτό δε σημαίνει ότι δεν πρέπει να υπάρχουν και άλλα κινητά, για άλλους ανθρώπους. Πρέπει να τους αναγνωρίσεις το δικαίωμα να μην θέλουν iPhone.

Τους αναγνωρίζω το δικαίωμα και τους συμπαθώ. Ποτέ μου δεν υπήρξα ρατσιστής με τους αναλφάβητους άλλωστε.

3. Πρέπει, ακόμα, να καταλάβεις ότι μπορεί, μπορεί λέω, να υπάρχει εκεί έξω και ένα κινητό που είναι καλύτερο από το iPhone. Πρέπει να αναγνωρίσεις αυτή την πιθανότητα. Εσύ έχεις ένα κινητό, κι αυτό το κινητό είναι το iPhone, αλλά ταυτόχρονα δεν έχεις όλα τα άλλα κινητά. Αυτό σημαίνει ότι δεν ξέρεις αν είναι καλύτερα από το δικό σου. Πρέπει να αποδεχτείς το ενδεχόμενο ένα, έστω ένα από όλα αυτά να είναι καλύτερο.

Ακόμη κι αν θα μπορούσε να υπάρξει κάποτε αυτή η πιθανότητα, είναι επιστημονικά εξακριβωμένο πως, επί της παρούσης, δεν ισχύει σε καμία περίπτωση. Επιπλέον, κάθε γκατζετάκιας που σέβεται τον εαυτό του φροντίζει να ενημερώνεται για όλες τις νέες κυκλοφορίες και να γελάει ηχηρά με τις απέλπιδες προσπάθειες όλων των εταιριών που προσπαθούν καταϊδρωμένες να μιμηθούν το απόλυτο τηλέφωνο.

Θέλω να σου γνωρίσω, επίσης, πως ανέκαθεν ήμουν υπέρ της αυτοδιάθεσης των λαών, αναγνωρίζοντάς τους ταυτόχρονα το δικαίωμα να μαθαίνουν από τα λάθη τους. Τώρα αν εσύ θέλεις να χρησιμοποιείς Bing αντί Google και Hotmail αντί Gmail, ποιος μπορεί να σου επιβάλλει κάτι διαφορετικό; Θα μεγαλώσεις και θα μάθεις – ελπίζω.

4. Αν το #3 σου κάθεται περίεργα, δεν μπορείς να το αποδεχτείς, ή σου δημιουργεί συναισθήματα οργής, αμφιβολίας και ανικανότητας, είναι φυσιολογικό. Έχεις πάθει αυτή την ψυχοπαθολογική κατάσταση κατά την οποία ταυτίζεσαι με ένα αντικείμενο γιατί θέλεις η αρτιότητά του να αντανακλάται σε κομμάτια της προσωπικότητάς σου που χωλαίνουν. Πράγμα που όλοι μας περνάμε. Στην εφηβεία. Πολλές γυναίκες το σέρνουν σε ολόκληρη τη ζωή μαζί τους, γι' αυτό είναι γεμάτοι οι Luis Vuitton και οι Hermes, κρίση-ξεκρίση. Πρέπει να συνειδητοποιήσεις ότι έχεις πρόβλημα.

Συνειδητοποίησα ότι όντως είχα πρόβλημα μέχρι που το αγόρασα. Από εκεί και έπειτα η ζωή απέκτησε ένα εντελώς νέο νόημα. Όσο για το σχόλιο περί Luis Vuitton και τα σχετικά, όταν αποκτήσεις το απόλυτο τηλέφωνο, θα οδηγηθείς κι εσύ στην οδυνηρή διαπίστωση πως οτιδήποτε άλλο μοιάζει σαν φτηνή απομίμηση μαύρου στα σεντόνια του Συντάγματος.

5. Πρέπει ακόμα να καταλάβεις ότι αυτό που έχεις πάθει φαίνεται. Το καταλαβαίνουν όλοι. Και είναι κρίμα, γιατί προκαλεί το σύνδρομο "Porsche Cayenne". Είναι το φαινόμενο κατά το οποίο οι καταναλωτές καταλήγουν να προσδίδουν χαρακτήρα στο προϊόν, την ώρα που οι ίδιοι πιστεύουν ότι ισχύει το αντίθετο. Κι αυτό είναι κρίμα για τους υπόλοιπους. Γιατί το iPhone είναι πολύ ωραίο gadget, και κινδυνεύει να γίνει χαρακτηριστικό γνώρισμα και αποκλειστικό κτήμα των απανταχού douchebags, όπως η Cayenne, ένα ωραιότατο αυτοκίνητο, έχει γίνει κτήμα των βλαχομπαρόκ λαμόγιων.

Πράγματι, υπάρχουν νεοέλληνες που απέκτησαν iPhone προσπαθώντας να προσλάβουν έστω και λίγη από τη λάμψη του –χωρίς να διαθέτουν απαραίτητα και τα ανάλογα φόντα– ακολουθώντας απλώς το ρεύμα της εποχής. Δυστυχώς το φαινόμενο αυτό απαντάνται συνεχώς στην καθημερινότητά μας (λ.χ. με Mercedes Sports Coupe βαμμένες ντοματί, συνοδευμένες από οδηγό με άσπρη κάλτσα και πλαστική σαγιονάρα). Πώς θα μπορούσε όμως η βλαχομπινιά ορισμένων να μειώσει την αξία του απόλυτου κινητού;

<Διάλλειμα για αληθινή ιστορία>
Τις προάλλες είδα τύπο στο ΙΚΕΑ που μίλαγε στο τηλέφωνο κι έλεγε: "Έλα ρε φίλε, πάρε με γιατί δεν έχω μονάδες". Και είχε iPhone. Καταλαβαίνεις τι εννοώ;

Δεν σε αδικώ. Ξέρεις πόσοι ιδιοκτήτες Cayenne δεν έχουν να βάλουν βενζίνη ή παρέδωσαν πινακίδες για να μην πληρώσουν τα τέλη κυκλοφορίας; Τι να κάνουμε, έχει και μπαστουνόβλαχους αυτός ο τόπος.

Σημείωση: Ελπίζω να μην πιστεύεις πως όσοι έχουν π.χ. Nexus One, έχουν απαραίτητα και μονάδες, ε;

6. Και εγώ είμαι γκατζετάκιας, πιθανότατα πολύ περισσότερο από σένα.

Δεν το νομίζω.

Έχω κι εγώ κινητό που μπαίνει στο Ίντερνετ και κατεβάζει applications και είναι γρήγορο και χρήσιμο και το δουλεύω με τα δάχτυλα κι έχει γίνει προέκταση του χεριού μου και είναι όμορφο και το αγαπώ -και δεν το λένε iPhone.

Σε λυπάμαι.

Επίσης, δεν πιστεύω ότι με κάνει με οποιονδήποτε τρόπο καλύτερο ή εξυπνότερο από κάποιον που δεν έχει τέτοιο κινητό.

Λογικό να το πιστεύεις, αφού δεν έχεις iPhone.

Και το θέμα είναι το εξής: Κάποτε ένιωθα ακριβώς όπως νιώθεις εσύ τώρα. Ήμουν κι εγώ ερωτευμένος με ένα τεχνολογικά άρτιο κομμάτι από πλαστικό και μέταλο, το οποίο με έκανε να νιώθω ανώτερος από τους γύρω μου. Μου άρεσε να τα βάζω με αυτούς που είχαν διαφορετικής μάρκας κομμάτι από πλαστικό και μέταλο, να προσπαθώ να τους πείσω ότι είμαι καλός κι αξίζω να με αγαπάνε και να με θαυμάζουν το δικό μου είναι καλύτερο. Το κομμάτι λεγόταν Amiga 500, και ήταν φυσικά πολύ καλύτερη από τον μισητό Atari ST, και ήταν 1990 και πήγαινα γυμνάσιο. Τι μεσολάβησε και δεν παθαίνω πια την ίδιας μορφής ψύχωση με τις ηλεκτρονικές συσκευές;
Τι άλλο: Η ενηλικίωση.

Αν επιδιώκαμε απλώς τον θαυμασμό, δεν θα προσπαθούσαμε να προσηλυτίσουμε κι άλλους στον κοινό αγώνα. Παρόλα αυτά πιστεύουμε ένθερμα πως οποιαδήποτε άλλη παραγωγή κινητού τηλεφώνου, θα έπρεπε να απαγορευθεί δια νόμου και να τιμωρείται τουλάχιστον με λοβοτομή. Στόχος μας είναι να διαφωτίσουμε τους τεχνολογικά αναλφάβητους, να τους ανοίξουμε τα μάτια στη νέα εποχή, να τους βοηθήσουμε να ξεπεράσουν την προσκόλληση στο παρελθόν και να ταξιδέψουν στο μέλλον σήμερα, μακριά από αγκυλώσεις και στεγανά. Το πραγματικό πρόβλημά μας είστε εσείς – οι απανταχού κυριλάτοι σνομπ τύποι, οι και-καλά-ξέρω-γιατί-δεν-μου-αρέσει-το-iPhone που εμποδίζουν την τεχνολογική εξέλιξη με φαιδρά επιχειρήματα του τύπου «κι εγώ παίζω με τα δαχτυλάκια μου με κάτι που το αγαπώ και που δεν λέγεται iPhone». Συνεχίστε να το παίζετε αν σας αρέσει, αλλά αφήστε μας να κάνουμε τη δουλειά μας τέλος πάντων.

Παρεμπιπτόντως: Είχες δίκιο για την Amiga 500, ήταν και γαμώ τα μηχανήματα – άρα πρέπει να ήσουν φοβερός τύπος στα νιάτα σου. Τι μεσολάβησε; Ελπίζω, πάντως, να μην πρόκειται για κρίση μέσης ηλικίας (: κλιμακτήριος). Δε θέλω ούτε να το σκέφτομαι...




8.5.10

Δισκογραφία σε αργές στροφές

Της ΜΑΤΟΥΛΑΣ ΚΟΥΣΤΕΝΗ

Λιγότερες εκδόσεις, λιγότεροι δίσκοι, λιγότερα τραγούδια. Μειωμένες πωλήσεις, ελάχιστες παραγωγές από μέρους των δισκογραφικών εταιρειών, πεσμένα στο χαμηλότερο σημείο τα όρια για την ανακήρυξη χρυσού ή πλατινένιου δίσκου. Τα φετινά κέρδη των τραγουδιστών από τη δισκογραφία ήταν πενιχρά. Οι περισσότεροι, δε, που θέλησαν να κυκλοφορήσουν τις νέες τους δουλειές υποχρεώθηκαν να πλήρωσουν την παραγωγή από την τσέπη τους.


Οσο για τους (πρώην) δισκογραφικούς κολοσσούς, το μοντέλο παραγωγής και διακίνησης δίσκων που πλάσαραν τις περασμένες δεκαετίες έχει ξεπεραστεί προ πολλού. Πειρατεία και μαζική στροφή προς το downloading «γονάτισαν» τις εταιρείες. Εκείνο που φαίνεται να τους εξασφαλίζει παράταση ζωής είναι οι συμφωνίες με τις εφημερίδες.

Μια ματιά στις «αποδόσεις» της χρονιάς είναι αποκαρδιωτική αφού σε όλες τις κατηγορίες η παραγωγή (σε σχέση με το 2008) έχει πέσει στο μισό. Πέρυσι κυκλοφόρησαν 120 σινγκλ, φέτος μόλις 65. Οι συλλογές από τις 416 έπεσαν στις 265, οι προσωπικοί δίσκοι από 635 μειώθηκαν στους 488, τα ορχηστρικά από 97 έφτασαν φέτος μόλις τα 38, τα παιδικά από 13 σε 6, ενώ η συνολική παραγωγή από 1.731 άλμπουμ κατρακύλησε στα 1.083 - όλα τα στοιχεία δεν περιλαμβάνουν το Δεκέμβριο.

Πέρα, όμως, από τους αριθμούς, αυτό που φαίνεται να έχει αλλάξει για τα καλά είναι ο ρόλος των δισκογραφικών εταιρειών. Παντοδύναμες άλλοτε, αρκούνται συχνά σε ρόλο διεκπεραιωτικό, ζητώντας από τους καλλιτέχνες να τους φέρουν έτοιμο το προϊόν και να αναλάβουν μόνο τη διακίνηση.

Ενα τραγούδι με ολοκληρωμένη ηχογράφηση, μείξεις, αμοιβές μουσικών κοστολογείται στην «πιάτσα» περίπου 1.000 ευρώ. «Μα γι' αυτό, άλλωστε, και οι δίσκοι έχουν μετατραπεί με τα χρόνια σε cd-singles» επισημαίνει ο Πέτρος Δραγουμάνος, ο γνωστός στατιστικολόγος του ελληνικού τραγουδιού και δημιουργός του cd rom «Ελληνική δισκογραφία». «Παλιότερα γνωρίζαμε πως ένα σιγνκλ με 4-5 τραγούδια κυκλοφορεί ως προάγγελος του επερχόμενου δίσκου. Σήμερα, επειδή το 80% των τραγουδιστών πληρώνουν από την τσέπη τους τα άλμπουμ τους, προφανώς και δεν έχουν τόσα χρήματα για να ηχογραφήσουν 10 ή 12 κομμάτια. Ετσι, εμφανίζεται πια το φαινόμενο των δίσκων με 4-5 τραγούδια, αφού αυτό το κόστος αντέχουν να χρηματοδοτούν».

Αλλωστε, και τόσα κομμάτια είναι αρκετά για να εξασφαλίσουν ένα αξιοπρεπές μεροκάματο, εφόσον κάποιο από αυτά πετύχει. «Πράγματι, δεν προσδοκούν σε μεγάλα κέρδη από τα άλμπουμ γιατί ο μόνος λόγος που τα κυκλοφορούν είναι για να έχουν κανά δυο δυνατά σουξέ που θα τους βρουν δουλειά στην πίστα».

Πολύ χαρακτηριστικό της κρίσης, αλλά και της σημασίας που δίνουν πια οι δισκογραφικές στην καταμέτρηση των πωλήσεων, είναι και το γεγονός ότι από τον Μάιο η IFPI σταμάτησε να μετρά τις πωλήσεις των δίσκων. Είναι πλέον τόσο χαμηλές οι πωλήσεις των δίσκων, που οι εταιρείες αποφάσισαν πως δεν αξίζει τον κόπο να πληρώνουν έναν ιδιωτικό φορέα για να μαθαίνουν αν ένα άλμπουμ έφτασε τα 1.000 ή 1.500 αντίτυπα.

«Δεν υπάρχει πια εβδομαδιαίο Top-50», λέει ο Π. Δραγουμάνος. «Ως αποτέλεσμα από τις αρχές του καλοκαιριού δεν υπάρχουν επίσημες ανακοινώσεις για τους χρυσούς ή πλατινένιους δίσκους της χρονιάς. Το μόνο σίγουρο είναι, ότι ο τελευταίος δίσκος του Γιάννη Πάριου πούλησε περί τους 300.000 δίσκους (200.000 με την κυριακάτικη «Real News» και 100.000 με το εβδομαδιαίο τηλεοπτικό περιοδικό «TV Zapping»).

Πρόσφατα, το παράδειγμα ακολούθησε και ο Νίνο που έδωσε το καινούριο του άλμπουμ στην κυριακάτικη «Εσπρέσο» -και προφανώς έγινε αυτομάτως πλατινένιος- αλλά και ο Κώστας Μαρτάκης που έδωσε τα νέα του τραγούδια στον «Τηλεθεατή». Στα περίπτερα, όμως, πουλήθηκε, και μάλιστα σε χαμηλή τιμή, ο πρόσφατος δίσκος του Νίκου Βέρτη - ο οποίος σύμφωνα με ανακοίνωση της εταιρίας του είναι πλέον χρυσός.

Τουλάχιστον, υπάρχει και μία έκπληξη που ακούει στο όνομα Professional Sinnerz. Το χιπ χοπ ντουέτο μπήκε σφήνα στις λαϊκές επιτυχίες και με το τραγούδι «Οταν σε είχα πρωτοδεί» έγινε χρυσό.

Τι σημαίνει πια χρυσό; Πωλήσεις περισσοτέρων από 6.000 αντίτυπα. Αριθμός που κάποτε θεωρούνταν από όλους αποτυχία: Από το 1979 μέχρι το 1989 το όριο τού χρυσού ήταν 50.000, από το 1990 και για έξι χρόνια έπεσε στις 30.000, από το 1997 μέχρι το 2001 στις 25.000, από το 2002 - 2006 στις 20.000 και από το 2006 μέχρι και πέρυσι στις 15.000!

Ας δούμε, όμως, και τις μικρές εταιρείες που ξεκίνησαν δειλά τη λειτουργία τους πριν από μερικά χρόνια, προσδοκώντας να αξιοποιήσουν τους καλλιτέχνες εκείνους που οι πολυεθνικές απαξίωναν. Τότε φαινόταν εξαιρετικά τολμηρός εκείνος που «μπαίνει» στην αγορά τη στιγμή που η μουσική βιομηχανία καταρρέει. Φέτος, φτάσαμε να αναρωτιόμαστε: «μήπως τελικά είναι οι ευνοημένοι της κρίσης;».

Δούλεψαν με λιγότερα συγκροτήματα και καλλιτέχνες, χρησιμοποίησαν τις δυνατότητες του Ιντερνετ -όπου και ανακάλυψαν πολλά ταλέντα-, δεν πόνταραν στη «φούσκα» των ευφήμερων σουξέ, έδειξαν πολύ μεγαλύτερη ευελιξία από τις μεγάλες εταιρείες, εμπιστεύτηκαν τη «χαλαρή» σχέση με τους καλλιτέχνες -σε σημείο που συχνά δεν υπήρχαν καν συμβόλαια-, ειδικεύτηκαν σε μουσικά είδη και φυσικά δεν αντιμετώπισαν το βραχνά των απαιτήσεων ενός μεγάλου ονόματος.

Στον αντίποδα, οι μεγάλες εταιρείες μειώνουν συνεχώς το προσωπικό τους και άρα οι δίσκοι με τους οποίους μπορούν να ασχοληθούν είναι πλέον μετρημένοι στα δάχτυλα. Κάποτε επιμελούνταν 100 και πλέον παραγωγές και φέτος δεν ξεπέρασαν τις 30.

Σκεφτείτε πως πολύ συχνά πια αρνούνται ακόμα και έτοιμες παραγωγές που τους προσφέρουν οι καλλιτέχνες (πληρωμένο, ηχογραφημένο άλμπουμ και έτοιμα πληρωμένα 1 ή 2 βίντεο κλιπ) αφού δεν διαθέτουν πια τον μηχανισμό προώθησης και θέλουν να αποφύγουν το κόστος σε εργατοώρες. Η κυκλοφορία ενός νέου δίσκου «συνοδευόταν» κάποτε από συνέντευξη τύπου, έξοδα παρουσίασης, έξοδα απονομών, διαφημίσεις και κόστος σε εργατοώρες από τους ανθρώπους που ασχολούνταν με την υλοποίησή του. Περασμένα μεγαλεία!

Προβολή από τα κανάλια

Αντιλαμβανόμενοι, λοιπόν, οι καλλιτέχνες το πόσο έχουν πια στενέψει τα περιθώρια, κατέφυγαν είτε στις εταιρείες-ομίλους που τουλάχιστον θα τους εξασφάλιζαν μια σχετική προβολή στα κανάλια τους, ή στις μικρές ανεξάρτητες. «Υπάρχουν πάνω από 50 μικρές εταιρείες πια που δραστηριοποιούνται στο χώρο», λέει ο Π. Δραγουμάνος.

«Και σας πληροφορώ δεν είναι ούτε οι χαμένοι ούτε και οι "εύκολοι" της υπόθεσης. Δουλεύουν κυρίως με δύο τρόπους: είτε ζητούν από τους καλλιτέχνες να τους φέρουν έτοιμο το άλμπουμ ή τους λένε θα το φτιάξουμε μαζί, αλλά από τα 500 πρώτα αντίτυπα θα πληρώσεις τα 200».

Αρα, έπειτα από μια τόσο δύσκολη χρονιά, να υποθέσουμε ότι λιγότεροι είναι φέτος και οι πρωτοεμφανιζόμενοι; «Μπα, αυτοί που θέλουν να μπουν στη δισκογραφία δεν απογοητεύονται από την κρίση. Ο αριθμός τους είναι σχεδόν 100 κάθε χρόνο. Οι περισσότεροι εγκαταλείπουν την προσπάθεια μετά τον δεύτερο δίσκο»...




4.5.10

Γιατί συμφέρει την Γερμανία να μας πληρώνει

Σας παραθέτω ένα εκπληκτικό άρθρο του χρηματοοικονομικού αναλυτή Γιώργου Καισάριου. Είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον, παρακαλώ διαβάστε το με προσοχή.

Τώρα και αρκετό καιρό υπάρχουν υπόνοιες ότι η Γερμανία θέλει να πετάξει την Ελλάδα έξω από το ευρώ. Τα δε ΜΜΕ συντηρούν αυτό τον μύθο υπενθυμίζοντας ότι η Ελλάδα είναι ο αδύναμος κρίκος της ΕΕ και αργά η γρήγορα θα βρεθούμε να τυπώνουμε δραχμές. Έχω νέα για όλους που έχουν αυτό το σκεπτικό... η αλήθεια είναι πολύ διαφορετική. Παρακαλώ δώστε προσοχή στο πιο κάτω διάγραμμα. Μας δείχνει το πόσο έχουν αυξηθεί τα "unit labor costs" (το εργασιακό κόστος ανά μονάδα παραγωγής) από το πρώτο τρίμηνο του 2000 έως το τρίτο τρίμηνο του 2009.


Όπως δείχνουν τα στοιχεία από τον ΟΟΣΑ, το εργασιακό κόστος ανά μονάδα παραγωγής στην Ελλάδα έχει αυξηθεί περισσότερο από όλη την Ευρώπη, ενώ στην Γερμανία έχει αυξηθεί το λιγότερο. Αυτό μεταξύ άλλων σημαίνει ότι η Ελλάδα έχει χάσει ανταγωνιστικοτήτα ενώ η Γερμανία την έχει διατηρήσει. Αυτό με τη σειρά του σημαίνει ότι τα Γερμανικά προϊόντα έχουν μείνει σταθερά ενώ τα Ελληνικά έχουν αυξηθεί.
Μπορεί πολλοί να νομίζουν ότι το ευρώ είναι ένα ακριβό νόμισμα. Ωστόσο, στην πραγματικότητα για την ίδια τη Γερμανία είναι ένα φτηνό νόμισμα. Ο λόγος είναι διότι τα 2/3 των εμπορικών συναλλαγών της Γερμανίας πραγματοποιούνται εντός της ζώνης του ευρώ. Όταν λοιπόν η ανταγωνιστικότητα σου ανεβαίνει σε σχέση με τους κυριότερους εμπορικούς σου εταίρους, τότε άσχετα αν το ευρώ ανεβαίνει σε αξία με τον υπόλοιπο κόσμο, για την Γερμανία, είναι σαν να υποτιμάται διαρκώς.

Αν η Γερμανία σήμερα είχε το μάρκο, δεν θα είχε γίνει η δεύτερη μεγαλύτερη εξαγωγική χώρα του κόσμου και δεν θα είχε την ανταγωνιστικότητα που σήμερα έχει και δεν θα είχε τα εμπορικά πλεονάσματα που έχει σήμερα. Τη Γερμανία λοιπόν την συμφέρει να είναι στο ευρώ και σε καμία περίπτωση δεν την συμφέρει να βγει από το ευρώ όπως ακούγεται κατά καιρούς. Επιπλέον, τη Γερμανία την συμφέρει να υπάρχουν στη ζώνη του ευρώ όσο περισσότερες χώρες είναι δυνατόν. Διότι έχοντας το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα, μπορεί να πουλά περισσότερα σε αυτούς από ότι αυτοί μπορούν να πουλάνε στη Γερμανία.

Αν η Ελλάδα λοιπόν δεν είχε βοηθηθεί σε αυτή τη συγκυρία και τα πράγματα έφταναν στα άκρα, η ανησυχία των Γερμανών είναι ότι η Ελλάδα ίσως αποφάσιζε να βγει από το ευρώ και να αρχίσει να τυπώνει δραχμές. Αυτός είναι ο λόγος που η καγκελάριος της Γερμανίας θέτει τη βοήθεια προς την Ελλάδα σαν θέμα σταθεροποίησης του ευρώ και λιγότερο σαν θέμα βοήθεια προς την Ελλάδα. Επειδή λοιπόν είναι προς ο εθνικό συμφέρον της Γερμανίας η σταθερότητα του ευρώ, η Γερμανία θα κάνει ότι είναι δυνατόν -και με το όποιο κόστος- για να αποτραπεί η αποσταθεροποίηση. Προς αυτή τη κατεύθυνση η Γερμανία συμβάλλει στη τωρινή χρηματοδότηση της Ελλάδος.

Το πρόγραμμα σταθερότητας της Ελλάδος όμως δεν είναι σίγουρο ότι θα πετύχει. Αφενός διότι η προσαρμογή είναι πολύ δύσκολη και αφετέρου, αν όλα πάνε καλά και σύμφωνα με το πρόγραμμα (και δεν γίνει κάποιο οικονομικό ατύχημα στο ενδιάμεσο), το 2014 η Ελλάδα θα έχει χρέος (στην καλύτερη περίπτωση)140% του ΑΕΠ. Αν λοιπόν η Ελλάδα σήμερα είναι αποκλεισμένη από την αγορά ομολόγων με χρέος 120% του ΑΕΠ, για ποιο λόγο να μας ανοίξουν τις πόρτες τους οι αγορές όταν θα έχουμε χρέος 140% του ΑΕΠ; Και εδώ τώρα μπαίνει ένα άλλο ερώτημα. Αν οι αγορές θα είναι κλειστές για την Ελλάδα και μετά το 2014 (ένα σίγουρο στοίχημα), θα συνεχίσει να μας αναχρηματοδοτεί το χρέος μας το ΔΝΤ και η ΕΕ; Και αν ναι, μέχρι πότε; Έχει άραγε όρεξη η Γερμανία και η ΕΕ να αναχρηματοδοτήσουν όλο το Ελληνικό χρέος της Ελλάδος από το 2014 και μετά; Η εκτίμηση μου είναι όχι.

Μια λύση λοιπόν για το Ελληνικό ζήτημα μας ήρθε πριν μερικές μέρες από έναν τραπεζίτη. Πριν μερικές μέρες και προς μεγάλη έκπληξη των πάντων, Ο Thomas Meyer (chief economist της Deutsche Bank) έκανε μια "εκπληκτική δήλωση". Είπε ότι αν η αγορά χάριζε το 50% των Ελληνικών χρεών, τότε το πρόβλημα της Ελλάδος θα μπορούσε να φτιαχτεί άμεσα και η Ελλάδα θα μπορούσε να δανειστεί και πάλι από τις αγορές σε λίγο καιρό. Σημειώστε ότι τέτοια δήλωση δεν την έκανε εν αγνοία του Josef Ackermann (επικεφαλής της Deutsche Bank), οποίος είναι πολύ καλός φίλος της Angela Merkel. Είναι σχεδόν βέβαιο ότι ο Ackermann και η Merkel έχουν συζητήσει ένα τέτοιο ενδεχόμενο κατ' ιδίαν.

Για ποιο λόγο όμως η Γερμανία να διαγράψει το 50% των Ελληνικών χρεών; Διότι σύμφωνα με πολλούς παράγοντες της αγοράς, είναι προτιμότερο η Γερμανία να υπογράψει μια επιταγή για 25 δις ευρώ προς το Γερμανικό τραπεζικό σύστημα για να διαγράψει το 50% των Ελληνικών ομολόγων που κατέχουν και να τελειώνει το πρόβλημα εδώ, παρά να δώσει η Γερμανία 25 δις σε δάνεια μέχρι το 2014 και κατά πάσα πιθανότητα να συνεχίσει να δίνει και μετά το 2014 και να ασχολείται με την Ελλάδα για τουλάχιστον μια δεκαετία και χωρίς σίγουρα αποτελέσματα. Η κατάληξη είναι ότι την Γερμανία την συμφέρει πάρα πολύ το ευρώ και θα έκανε τα πάντα για να μην διασπαστεί η ένωση. Μια επιδότηση προς της Ελλάδα για να παραμείνει στην ένωση είναι ένα σχετικά μικρό τίμημα. Το ερώτημα είναι, η Ελληνική κυβέρνηση το γνωρίζει αυτό και έχει άραγε συζητήσει με τους Γερμανούς το ενδεχόμενο μια οργανωμένης, συντονισμένης στάσης πληρωμών με σκοπό να μειωθεί το Ελληνικό χρέος κατά 50%;





3.5.10

Καυτές πατάτες, καθρεφτάκια και αμέτρητα μέτρα


Όταν το 2004 ανέλαβε η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας, έξω από όλες τις – ούτως ή άλλως κίβδηλες προεκλογικές εξαγγελίες – το πρώτο διάστημα η κατάσταση στο κυβερνητικό σχήμα ήταν εξαιρετικά μουδιασμένη.

Κι αυτό γιατί, μπορεί η κάθε αξιωματική αντιπολίτευση να ασκεί τον λεγόμενο «κοινοβουλευτικό έλεγχο» όσο περιμένει να (ξανά)βγει στην εξουσία, παρόλα αυτά στην παράδοση-παραλαβή των υπουργείων η κατάσταση είναι πάντα εξόχως διαφορετική από αυτή που ήλπιζε ότι θα συναντήσει. Δεν είναι μυστικό: έχει αποδειχθεί πολλές φορές ότι η κάθε κυβέρνηση προκειμένου να ασκήσει επικοινωνιακή – και μόνο – πολιτική, κρύβει ελλείμματα, ανεργία και ένα σωρό άλλα καυτά στοιχεία τόσο από την πολιτεία, όσο και από τους ξένους εταίρους – προϊσταμένους μας.

Γρήγορα-γρήγορα λοιπόν, έκαναν απογραφή. Και δήλωσαν ότι παρέλαβαν (κι αυτοί) χάος.

Και πού το περίεργο;

Μεγαλώσαμε με το παραμύθι των «άδειων ταμείων» και της «καμμένης γης». Μεγαλώσαμε με την ανικανότητα των δύο μεγάλων κομμάτων που παραδοσιακά αλληλοκατηγορούνται, αλληλοκαταστρέφοντας τις πολιτικές τους εκατέρωθεν κάθε τέσσερα χρόνια.

Μεγαλώσαμε σε ένα κράτος χωρίς καμία συνέχεια. Σε ένα κράτος που επανιδρύεται κάθε τετραετία, προσπαθώντας να αντιπαλέψει ένα πανίσχυρο πελατειακό σύστημα, τουλάχιστον εκατό ετών.

Οι Αμερικάνοι λένε “you can’t teach an old dog new tricks” (δε μπορείς να μάθεις νέα κόλπα σε ένα γέρικο σκυλί). Εγώ λέω «πως μπορεί ένα μωρό τεσσάρων ετών να μάθει σε έναν αιωνόβιο γέρο να συμπεριφέρεται διαφορετικά; Κι αφού αποδεδειγμένα αυτή η προσπάθεια αποτυγχάνει τα τελευταία 35 χρόνια, γιατί συνεχίζουμε να προσπαθούμε με τον ίδιο ακριβώς τρόπο κάθε τετραετία;»

Χθες το βράδυ είδα έναν δημοσιογράφο του Sky News να λέει: «η Ελλάδα έχει περισσότερους δημόσιους υπάλληλους από τη Γαλλία. Μόνο που η Γαλλία έχει 70 εκατομμύρια πληθυσμό και η Ελλάδα 10».

Λησμόνησε να συμπληρώσει μάλλον, ότι μολαταύτα παραμένουμε οι βασιλιάδες της γραφειοκρατίας, της διαφθοράς και της αναβλητικότητας. Μία γιγάντια κρατική μηχανή που είναι τόσο δύσκολο να κινηθεί πια.

Και μ' αυτά και μ' εκείνα, ξυπνήσαμε ξαφνικά μια ωραία πρωία και όλα μας φταίγανε.

Μας έφταιγε ο Σημίτης γιατί έκανε τους Ολυμπιακούς να φτάσουν τα 24 δις από τα 2 δις που ήταν αρχικά.

Μας έφταιγε ο Καραμανλής γιατί γιγάντωσε το δημόσιο χρέος χωρίς να αφήσει ούτε μισό σοβαρό έργο στη χώρα.

Μας φταίει ο Παπανδρέου γιατί έλεγε ότι υπάρχουν τα λεφτά και τώρα μας έσφιξε τόσο πολύ το ζωνάρι που η πάλαι ποτέ λιτότητα της κυβέρνησης Μητσοτάκη, τώρα φαντάζει περίπατος.

Και με περίσσια αναίδεια, βροντοφωνάζουμε: «φέρτε πίσω τα κλεμμένα»!

Μα, ποια κλεμμένα;

Και από πού να τα φέρουν πίσω;

Εμείς δεν ήμασταν που από κάθε κυβέρνηση και κάθε βουλευτή ξεχωριστά ζητούσαμε να διορίσουμε τα παιδιά μας στο δημόσιο για να αποκατασταθούν;

Εμείς δεν ήμασταν που συγκαλύπταμε τις ρεμούλες του κάθε υπουργού, αρκούμενοι σε κάθε είδους επιδοτήσεις;

Εμείς δεν ήμασταν που γκρινιάζαμε κάθε χρόνο για αυξήσεις στους μισθούς, στις συντάξεις και στα επιδόματα;

Εμείς δεν ήμασταν που ζητούσαμε τους Ολυμπιακούς, το Μετρό, την Εγνατία, την Αττική οδό, την ΠΑΘΕ, την ψηφιακή εποχή;

Αλήθεια, αναρωτηθήκαμε ποτέ από πού θα προέλθουν τα χρήματα για όλες αυτές τις παροχές ή το μόνο που μας ενδιέφερε πάντα ήταν να βολευτούμε λίγο περισσότερο;

Ποιος από εμάς νοιάστηκε πραγματικά για τη χώρα του;

Φταίνε οι πολιτικοί και το σύστημα θα μου πείτε. Προφανώς, και το δέχομαι. Αλλά ποιος συντήρησε τους ίδιους πολιτικούς και το ίδιο σύστημα επί 35 τουλάχιστον χρόνια; Οι Γερμανοί ή οι Σουηδοί;

Γιατί δεν μιλήσαμε ποτέ;

Δεν είναι δύσκολο να το καταλάβετε, πιθανότατα όμως δεν είστε σε θέση να το παραδεχτείτε: γκρινιάζουν μόνον όσοι είναι έξω από το σύστημα. Όσοι αισθάνονται βολεμένοι, άρα και διαπλεκόμενοι με αυτό, απλά το βουλώνουν.

Οι πολιτικοί στη χώρα μας, ανεξαρτήτως χρώματος και ιδεολογίας (συμπεριλαμβανομένων και όλων των μικρών κομμάτων που πέρασαν ποτέ από τη Βουλή) έχουν διαπράξει τα πιο τραγικά λάθη, τους χειρότερους σχεδιασμούς με το ελάχιστο όραμα που θα μπορούσε να έχει κανείς για τη χώρα του και θα έπρεπε να τιμωρηθούν παραδειγματικά ως εθνικοί προδότες.

Και μιλάω σοβαρά.

Αλλά για ποιόν τα έκαναν όλα αυτά; Και ποιος αντιστάθηκε;

Ποιος τα πήρε, τέλος πάντων, όλα αυτά τα κλεμμένα;

Οι περίσσιοι δημόσιοι υπάλληλοι, οι καλοπληρωμένες επιτροπές, οι χλιδάτοι διευθυντάδες, οι αμέτρητοι διοικητικοί των νοσοκομείων, οι άχρηστοι αγροφύλακες, οι πενταετείς του στρατού, οι κρατούντες υπερνομάρχες/νομάρχες/αντινομάρχες/δήμαρχοι/αντιδήμαρχοι με τους αυλικούς και τα ταξίδια τους, οι πληρωμένοι παπάδες-δημόσιοι υπάλληλοι και τόσοι άλλοι…

Και ποιοι είναι όλοι αυτοί; Λίγοι και εκλεκτοί; Τσιράκια των πολιτικών;

Είστε σίγουροι ότι είναι τόσο λίγοι;

Λίγοι και βλάκες είναι όσοι δεν έφαγαν. Όσοι δεν ζήτησαν και όσοι δεν εξυπηρετήθηκαν ποτέ από το σύστημα.

Μη βιάζεστε να αυτοχαρακτηριστείτε. Σκεφτείτε λίγο καλύτερα... Εσείς δεν πήρατε ποτέ; Τίποτα;

Ελάτε τώρα...


Θέλετε να μου πείτε ότι τα λεφτά τα φάγανε οι πολιτικοί παρέα με τους εργολάβους-μεγαλοεκδότες; Ότι τα ξοδέψαμε σε μίζες για τα δημόσια έργα; Σε υποβρύχια που γέρνουν και σε Mirage που δεν χρειαζόμαστε; Σε υπερκοστολογημένα φάρμακα και προμήθειες του δημοσίου; Όλα;

Προφανώς και εκεί. Αλλά αυτά, είναι εγκλήματα που συντελέστηκαν από μία φορά. Όσο μεγάλα κι αν ήταν, όσο υψηλές κι αν ήταν οι μίζες, δόθηκαν μία φορά.

Οι υψηλοί μισθοί σε άχρηστους υπαλλήλους και επιτροπές, όλα τα επιδόματα, οι παχυλές συντάξεις και οι παροχές, ακολουθούν τη μοίρα ολόκληρου του δημόσιου τομέα: είναι μόνιμες. Και αυτά τα λάθη που δημιουργεί η μία κυβέρνηση, δεν τα κληροδοτεί απλά ως «καυτή πατάτα» στην επόμενη. Τα κληροδοτεί ως καρκίνωμα στο ίδιο το κράτος. Ως καρκίνωμα που μεγαλώνει και γιγαντώνεται μέρα με τη μέρα, χρόνο με το χρόνο. Που απομυζεί τον πλούτο της χώρας και τον κατασπαταλά σε πλασματική ποιότητα ζωής. Ποιος δεν λιμπίστηκε ένα εξοχικό, ένα τζιπ, ένα δεύτερο μικρό και πρακτικό αυτοκίνητο, να σπουδάσει τα παιδιά του στο καλύτερο πανεπιστήμιο του εξωτερικού (για να μπορέσει κι αυτό με τη σειρά του να διεκδικήσει με αξιώσεις μια σίγουρη θέση στο δημόσιο), να μπορεί να κάνει διακοπές δύο μήνες το χρόνο;

Αυτή είναι και η μεγαλύτερη απάτη του πολιτικού μας συστήματος. Ούτε τα λεφτά που φάγανε πρωτογενώς οι ίδιοι, ούτε τα λεφτά που κατασπατάλησαν με ευκολία μέσα από λάθος πολιτικές σε τρίτους. Όταν καταφέρνεις να κάνεις μέρος του συστήματος τον κάθε απλό πολίτη, του βουλώνεις το στόμα. Τον έχεις απλά να γκρινιάζει όταν θελήσει λίγο ακόμη μέλι και τον παραμυθιάζεις με παροχές, βολέματα και ψεύτικες ελπίδες. Ελπίδες όμως με πολύ συγκεκριμένη ημερομηνία λήξης.

Όταν πρωτοάκουσα τον Καραμανλή μετά από 1-2 χρόνια διακυβέρνησης, να διατυμπανίζει πως «η βαριά βιομηχανία της χώρας μας είναι ο τουρισμός» πάγωσα. Δεν πίστευα στ’ αυτιά μου. Οποία κατάντια, να δηλώνει μια χώρα ότι η βαριά της βιομηχανία είναι ο τουρισμός. Μα, αλήθεια, οι άλλες χώρες δεν έχουν τουρισμό; Η Ισπανία, η Πορτογαλλία, η Αγγλία, η Ιταλία, η Τουρκία, δεν είναι χώρες που έχουν υπέροχο τουρισμό; Μήπως μας έπιασε πάλι η μεγαλομανία μας, νομίζοντας ότι, λόγω του ήλιου, της θάλασσας και των νησιών μας, έχουμε καλύτερη τουριστική βιομηχανία απ’ τους υπόλοιπους;

Εγώ, πάντως, το διάβασα κάπως ανάποδα όλο αυτό τότε: είμαστε ένα τίποτα, ένα μηδενικό που δεν παράγει τίποτα και περιμένουμε τους ξένους να ‘ρθουν να μείνουν στα rooms to let, να φάνε τα τζατζίκια και τους μουσακάδες μας για να λειτουργήσει η χώρα.

Κανένα εθνικό όραμα, κανένα οργανωμένο σχέδιο, καμία αειφόρος ανάπτυξη.

Μόνο ντροπή.

Τόσα χρόνια, τόσα πεταμένα λεφτά και ούτε μία υποδομή. Ούτε μία παραγωγική μονάδα. Ούτε μία σοβαρή εξαγωγή. Μόνο επιδοτήσεις, παροχές και μπαλώματα. Για να είναι όλοι ευχαριστημένοι. Για να γίνουν όλοι ένα – μικρό έστω – μέρος του συστήματος. Για να βουλώσουν όλα τα στόματα. Για να γίνουμε όλοι συμμέτοχοι στην απάτη.

Και τι καταλάβαμε;

Να είμαστε μια χώρα-περίγελος των υπολοίπων, να έχουμε στερήσει από εμάς, τα παιδιά μας και τα εγγόνια μας δεκαετίες πραγματικής ανάπτυξης, να χοροπηδάμε σαν άλλοι ιθαγενείς μόλις μας πετάξουν λίγα καθρεφτάκια και εν τέλει να το βουλώνουμε μπροστά στα αμέτρητα μέτρα που μας επιβάλλονται τώρα.

Γιατί ξαφνικά καταλάβαμε ότι πρέπει να πληρώσουμε τα σπασμένα, τα δανεικά που συντήρησαν την ψευτιά του προσωπικού μας “American Dream”.

Καταλάβαμε ότι δεν υπάρχουν κότες που γεννούν επ’ άπειρο χρυσά αυγά.

Καταλάβαμε ότι στη χώρα μας δεν υπάρχει υγιές ισοζύγιο, παρά μόνο ένα απλωμένο χέρι που ζητάει συνεχώς δανεικά για να μπορέσει να βουλώσει στόματα.

Καταλάβαμε ότι αντί να ζητάμε να βολέψουμε τον εαυτό μας, πρέπει να διεκδικήσουμε να βολευτεί ολόκληρη η χώρα με – μικρές έστω – μονάδες παραγωγής και εξαγωγών, προκειμένου να καλύψουμε τουλάχιστον τις δικές μας ανάγκες χωρίς να εισάγουμε αλόγιστα.

Θέλω να ελπίζω δηλαδή ότι όντως το καταλάβαμε.

Γιατί αν δεν το καταλάβαμε και τώρα, είμαστε απλώς άξιοι της τύχης μας.