Βρίσκω εξαιρετικά ενδιαφέρουσα, μα και ταυτοχρόνως υποκριτική, τη στάση τόσο των εκπαιδευτικών όσο και της ηγεσίας του Υπουργείου Παιδείας. Και ως σύνηθες πιόνι παραμένουν οι μαθητές.Τα σχολεία πάνε να συμπληρώσουν ένα μήνα κλειστά και ενώ άκρη δεν διαφαίνεται στο τούνελ για την ώρα, έρχονται και οι καταλήψεις των μαθητών να συμπληρώσουν το σκηνικό.
Ας πούμε μερικές αλήθειες όμως εδώ γιατί πολλά έχουν ακουστεί και έχουν γραφτεί όλες αυτές τις ημέρες και τελικώς αυτό που προσπαθούν όλοι είναι να πάρουν την κοινή γνώμη απλά με το μέρος τους.
Οι καθηγητές:
- Όταν η Ο.Λ.Μ.Ε. ζητάει 1.400 ευρώ καθαρά για τον νεοδιόριστο, γιατί δε μας λέει πόσο πρέπει να φθάσουν οι μισθοί των διευθυντών και των καθηγητών που κοντεύουν στη σύνταξη; Μήπως φοβούνται ότι τα νούμερα θα μας σοκάρουν;
- Όταν ζητάνε πλήρη σύνταξη στα 30 χρόνια εργασίας, μήπως αγνοούν τον ευρωπαϊκό πέλεκυ που ορίζει εξίσωση των ορίων συνταξιοδότησης στο δημόσιο στα 65+ χρόνια;
- Όταν ζητάνε καμία κατάργηση σχολείου και διασφάλιση όλων των θέσεων των εκπαιδευτικών, γιατί δεν θέτουν το ρητορικό ερώτημα στον εαυτό τους πως αν γίνονταν και, πάνω απ’ όλα, δέχονταν καλύτερη διαχείριση του ωραρίου εργασίας τους (κατά τα δεδομένα δηλαδή των άλλων δημόσιων υπαλλήλων) δεν θα χρειάζονταν νέες θέσεις εργασίας εκπαιδευτικών και θα μπορούσαν έτσι να καρπωθούν μέρος, αν όχι το σύνολο, των οικονομικών αιτημάτων τους;
- Όταν ζητάνε 5% του Α.Ε.Π. για την Παιδεία γιατί δεν αναρωτιούνται από πού μέσα σε μια νύχτα θα βρεθούν όλα αυτά τα κονδύλια; Γιατί δεν αναρωτιούνται το πώς πρέπει να γίνει η υπόλοιπη οικονομική διαχείριση του προϋπολογισμού και γιατί δεν σκέφτονται πολύ απλά ότι εφόσον πρακτική σύγκλιση δεν υπάρχει, ειδικότερα στον οικονομικό τομέα, με την Ευρωπαϊκή Ένωση είναι άτοπο να ζητάνε εκπαιδευτική σύγκλιση με οικονομικές παραμέτρους;
Για να προλάβω τους φίλους αντιφρονούντες και για να το πω με δυο λόγια: καλά κάνουν και φωνάζουν αλλά δε βοηθάνε. Γιατί ούτε σκέφτονται το αν πρακτικά είναι εφαρμόσιμα όλα αυτά, ούτε σκέφτονται το πόσο υπερβολικοί γίνονται. Και για κερασάκι στα αιτήματα, απλά ζητάνε με ψιλά γράμματα και τη 12χρονη υποχρεωτική εκπαίδευση. Σιγά τα ωά.
Το ‘χω ξαναπεί και δεν θα βαρεθώ να το λέω: μπορεί τα χρήματα που παίρνουν να μην είναι αντικειμενικά πολλά. Δεν έκαναν τίποτα τόσα χρόνια όμως για να πιστέψουμε ότι αξίζουν περισσότερα. Ούτε μάθημα γίνεται (ειδικά) στη δευτεροβάθμια, ούτε σωστή διαχείριση στην τριτοβάθμια και ο καθένας κοιτάει είτε πώς θα αράξει, είτε πως θα φάει. Ακούσατε φαντάζομαι τόσες μέρες και τι γίνεται με τα λυσάρια, και με τα φροντιστήρια αλλά και γνωρίζετε ίσως τι γίνεται με τη συγγραφή των copy/paste εκπαιδευτικών βιβλίων και τη γενικότερη διαχείριση πόρων στα πανεπιστήμια.
Η γυναίκα του Καίσαρα πρέπει να φαίνεται και τίμια – και όσο δεν έχουν λύσει τα υπαρξιακά τους οι εκπαιδευτικοί ο κόσμος απλά θα είναι αγανακτισμένος κάθε φορά που επαναλαμβάνεται η ίδια κατάσταση, σπειροειδώς εξελισσόμενη. Σε άλλη περίπτωση, σας διαβεβαιώ ότι γονείς και μη θα ήταν δίπλα στους εκπαιδευτικούς και θα κατέβαιναν μαζί τους στους δρόμους αν έβλεπαν ότι οι ίδιοι απ’ την πλευρά τους έκαναν ό,τι είναι δυνατόν για να διορθώσουν τα κακώς κείμενα της παιδείας, ακόμη και χωρίς την αιγίδα του υπουργείου. Όταν όμως ο εχθρός του κακού είναι ο χειρότερος, συγνώμη αλλά η κατάσταση θυμίζει κακό προεκλογικό σκηνικό ανάμεσα σε δύο υποκριτές για το ντέρμπι της Κυριακής. Και όλοι εμείς απλώς απέχουμε. Αγανακτισμένοι.
Οι μαθητές:
- Γιατί όταν ήρθαν οι νομάρχες και οι δήμαρχοι στην αρχή της σχολικής χρονιάς να σας αγιάσουν, δεν τους πήρατε με τα γιαούρτια αφού δεν δούλευαν τα καλοριφέρ;
- Γιατί δέχεστε να κλείνετε τα σχολεία και όχι τη νομαρχία της περιοχής σας αφού κάνετε μάθημα σε κοντέϊνερ;
- Γιατί αρνείστε το δικαίωμα στην γνώση, την όποια γνώση, κλείνοντας το σχολείο αντί να κλείσετε έναν δρόμο, δίνοντας ταυτόχρονα την αίσθηση σε όλη την κοινή γνώμη ότι δεν επιθυμείτε το να μην κάνετε μάθημα, αλλά το να κάνετε απλώς ΚΑΛΥΤΕΡΟ μάθημα;
- Γιατί ζητάτε βλακωδώς την κατάργηση του «10» τη στιγμή που σας αφήνει αδιάφορους και το άδικο σύστημα των βάσεων στις σχολές αλλά και η ανομοιογένεια των θεμάτων που πέφτουν από χρονιά σε χρονιά στις πανελλαδικές εξετάσεις;
- Γιατί ρίχνετε το επίπεδο των διεκδικήσεών σας, αφήνοντας εξωσχολικούς να υπεισέρχονται στα χωράφια σας, θυμίζοντάς σας ως άλλοι καλοί Σαμαρείτες την κατευθυνόμενη οδό που πρέπει να ακολουθήσετε αλλά και τι θα πρέπει να ψηφίσετε αύριο στις πανεπιστημιακές σχολές;
- Γιατί ακυρώνετε τα αιτήματά σας προπηλακίζοντας τους καθηγητές που έρχονται να ανοίξουν το σχολείο αντί να συζητήσετε μαζί τους και να τους πείσετε –ναι να τους πείσετε- για την αγνότητα των προθέσεών σας;
Η βάση του «10» και ταυτοχρόνως οι βάσεις εισαγωγής στις σχολές της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, σαφώς και δεν αποτελούν παιδαγωγικό μέτρο παρά καθαρά οικονομικό. Πιο λογικό όμως θα μου φαίνονταν να διαδηλώνετε κατά των μικρό αριθμό των εισακτέων (ανά σχολή και όχι άιντε χύμα μπείτε όλοι), κατά της μη στήριξης των μη δημοφιλών σχολών που τώρα απειλούνται με κλείσιμο, κατά της αλλαγής της δυσκολίας των θεμάτων των πανελλαδικών ανάλογα με τα οικονομικά του Υπουργείου κάθε χρονιά. Μην σας παρασύρουν οι εξωσχολικοί σύντροφοι. Το «10» δεν έχει κανένα σκοπό να σας παρασύρει στα ιδιωτικά Ι.Ε.Κ. και Τ.Ε.Ε. – ξέρετε καλύτερα από εμένα ότι ένα πτυχίο ιδιωτικού Ι.Ε.Κ. και Τ.Ε.Ε. μετράει το ίδιο με το απολυτήριο Λυκείου στις προκηρύξεις που θα βρείτε μπροστά σας αύριο. Θα μπορούσε ίσως να λειτουργήσει για να σας σπρώξει στα ιδιωτικά πανεπιστήμια, όταν με το καλό εξαπλωθούν κι αυτά πλήρως στην Ελλάδα. Όμως δεν είναι αυτός ο λόγος. Η βάση του «10» χρησιμοποιήθηκε απλώς ως άλλοθι για τα υπόλοιπα μέτρα υποβιβασμού της παιδείας. Χρησιμοποιήθηκε ως ασπιρίνη φαινομενικής εξυγίανσης ενός κατά τ’ άλλα σάπιου συστήματος. Και αφού το ξέρουμε όλοι: και με «10» να μπαίνατε, όπως μπαίνατε τόσα χρόνια δηλαδή, ποιος θα πήγαινε να σπουδάσει σ’ αυτές τις σχολές που προσφέρονταν μ’ αυτόν τον βαθμό;
Τη Μαριέτα όμως την άφησα για το τέλος:
Έχω πει και δεν το παίρνω πίσω, ότι τη Μαριέτα τη θεωρώ σοβαρή πολιτικό. Ένας φίλος μου λέει, ότι το υπουργείο παιδείας ανήκει σ’ αυτή την κατηγορία των υπουργείων που ο πρωθυπουργός «καίει» τους υπουργούς του. Μπορεί και να ‘ναι κι έτσι. Πλην όμως για να είσαι σε ένα υπουργείο σαν κι αυτό πρέπει να έχεις πολύ γερό στομάχι. Και η Μαριέτα το έχει.
Είχα βαρεθεί τόσα χρόνια, και το έζησα κι εγώ από κοντά ως μαθητής, να γίνονται κάθε τρεις και δύο μεταρρυθμίσεις στην παιδεία, να ξεσηκώνονται και οι πέτρες και ο κάθε υπουργός να μαζεύει τα νομοσχέδιά του σαν βρεγμένη γάτα. Θεωρώ ότι σ’ αυτόν τον τομέα η Μαριέτα έχει πετύχει για έναν και μόνον λόγο: όταν ψηφίζεις κάποιον και τον βάζεις σε μια θέση, καλείσαι να τον ξαναψηφίσεις μετά από 4 χρόνια. Αν θεωρείς ότι απέτυχε, μην τον ξαναψηφίζεις. Αλλά δεν είναι λύση επειδή κρατάμε στα χέρια μιας τα κλειδιά από τις πόρτες των σχολείων, να απειλούμε κάθε τόσο, κλείνοντας επ’ αόριστον τα σχολεία, επειδή δεν συμφωνούμε με τις αποφάσεις του προϊσταμένου μας. Αλήθεια, ξέρετε στον ιδιωτικό τομέα πόσοι δεν συμφωνούν και πόσοι θίγονται κάθε μέρα στη δουλειά τους από τις αποφάσεις του αφεντικού; Δεν είδα κανέναν στο δρόμο με τα πανό. Αυτοί τι είναι; Κότες;
Επομένως πολύ καλά κάνει και δεν υποκύπτει στις απειλές των εκπαιδευτικών. Γιατί αν υπέκυπτε (και εάν τελικώς αναγκαστεί να υποκύψει) θα σήμαινε ότι απλώς δεν έχει στόφα πολιτικής γυναικός. Αλλοίμονο αν στο κάθε αίτημα του κάθε συνδικαλιστικού οργάνου κατέρρεε η δημόσια διοίκηση και υπέκυπτε η πολιτική ηγεσία. Δεν λέω ότι έχει δίκιο σε όλα όσα υποστηρίζει το υπουργείο. Διαφωνώ όμως κάθετα και ριζικά και με το σύνολο των αιτημάτων της Ο.Λ.Μ.Ε. και με τον τρόπο διαμαρτυρίας. Μην τους ξαναψηφίσετε και μην αφήνετε τα συνδικαλιστικά όργανα να σας υποκινούν. Είναι δικαίωμά σας. Αλλά και συνταγματικό δικαίωμα γονιών και μαθητών είναι να γίνεται μάθημα. Άλλωστε σε όλη αυτή την ιστορία, επειδή το κατάντησαν καραμέλα, ο μεγαλύτερος υποκινητής δεν είναι η αντιπολίτευση. Είναι ο ίδιος ο συνδικαλισμός και οι καρεκλοκένταυροι που αρέσκονται στο να μασουλάνε χωρίς να δουλεύουν. Για σκεφτείτε το λίγο.
Υ.Γ. Άκουσα ότι ψιθυρίζεται στα κρυφά και στα φανερά η επιστράτευση των εκπαιδευτικών, όπως είχε γίνει άλλοτε και με τους λιμενεργάτες. Ο Θουκυδίδης είναι εδώ περισσότερο επίκαιρος από ποτέ: «Ο ισχυρός επιβάλλει ό,τι του επιτρέπει η δύναμή του και ο αδύνατος υποχωρεί όσο του επιβάλλει η αδυναμία του». Όμως ο λαός το λέει κι αλλιώς: «Ή η πέτρα στ’ αυγό, ή τ’ αυγό στην πέτρα, τ’ αυγό σπάει».
