Γυρίζω τις πλάτες μου στο δέντρο

1

Κάποτε τα δέντρα ψήφιζαν. Πλέον τα φυλάνε τα ΜΑΤ στο Σύνταγμα. Μάλλον για να μην ξαναψηφίσουν.

Ακόμα προσπαθώ να καταλάβω ποιός ακριβώς εκφυλίζει τη δημοκρατία με όλα αυτά. Φταίνε κι αυτοί, φταίνε κι οι άλλοι, φταίει κι ο Χατζηπετρής.

Το δάκρυ που κύλησε στο μάγουλο, έγινε η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι. Και τώρα, άντε να σωθούμε από την εκτροπή της ανθρώπινης σαχλαμάρας.

Καλές γιορτές κ.λπ., ε.

Σκοτώνουν τα ιδανικά όταν γεράσουν

Το γραφείο μου βρίσκεται δίπλα σε ένα από τα μεγαλύτερα αστυνομικά τμήματα της Θεσσαλονίκης. Τις τελευταίες ημέρες, δύο πάνοπλοι αστυνομικοί φυλάνε την είσοδο του κτιρίου μας σε μόνιμη βάση. Το περίπτερο που βρίσκεται ακριβώς δίπλα, το φυλάνε δύο διμοιρίες των ΜΑΤ παραταγμένες στο πεζοδρόμιο με πλήρη εξάρτυση. Παρόλα αυτά, λίγα μόλις μέτρα πιο κάτω, η Τσιμισκή και η Αριστοτέλους θυμίζουν πεδία μάχης. Δεν τις φύλαξε κανείς.

Κατά τα λοιπά, ο πρωθυπουργός ανακοίνωσε μέτρα για τους πληγέντες καταστηματάρχες, ο Κούγιας βρήκε έναν πιο αξιοπρεπή (sic) τρόπο να μας πρήζει στα κανάλια αντί για τους ξυλοδαρμούς και την εμμονή του με τη Βατίδου και στη Θεσσαλονίκη κάνει αρκετό κρύο. Αυτό το τελευταίο θα αποτελέσει προφανώς και επαρκή λόγο για να ηρεμίσει το όλο κλίμα. Μέχρι την επόμενη φορά δηλαδή. Α, παραλίγο να το ξεχάσω. Και η σφαίρα εξοστρακίστηκε.

Κάπως έτσι θα τελειώσει το 2008. Υπέροχα.

Κι εμείς, τα βάζουμε με τους διαδηλωτές που σπάνε τα μαγαζιά. Τόσο τους κόβει, τόσο κάνουν. Θεωρούν ­–λέει– ότι έτσι θα ξεσηκώσουν τον κόσμο κατά της κυβέρνησης. Σωθήκαμε.

Πρώτη φορά είδα να πολεμιέται ο φασισμός με φασισμό. Τώρα βέβαια αν όντως πρέπει να καούμε ζωντανοί για να σταματήσουμε να τους ψηφίζουμε, είναι ένα άλλο θέμα. Αλλά το να τα βάζεις με τον λαό όταν του λες ταυτόχρονα ότι τον θέλεις στο πλάι σου, δε μου κάνει και πολύ δημοκρατικό. Γιατί τα μαγαζιά, ακόμη και αυτά των πολυεθνικών, ο λαός τα έχει. Και ο λαός δουλεύει σε αυτά. Και ο λαός πληρώνει πάντα το τίμημα (ακόμη και των αποζημιώσεων του Καραμανλή). Δεν τα βγάζει κανείς τους απ’ την τσέπη του.

Η κυβέρνηση από την άλλη δεν παραιτείται –λέει– γιατί είναι προ του προϋπολογισμού. Σωθήκαμε και πάλι. Όσο πετυχημένος ήταν ο προηγούμενος, θα είναι κι αυτός, ε;

Οι μαγαζάτορες τα βάζουν με την αστυνομία που δεν διαφύλαξε την περιουσία τους. Μάλλον τα έβαζαν, μέχρι χτες. Μόλις άκουσαν για τις αποζημιώσεις, έκαναν ξαφνικά τις πάπιες. Στο χρήμα μασάμε όλοι άλλωστε και αυτό το ξέρουν καλά.

Ο κόσμος τα βάζει με τους διαδηλωτές για το χάος που επικρατεί στη χώρα αυτές τις μέρες. Βλέπω τρομοκρατημένες φάτσες γύρω μου παντού, βλέπω απολυμένους ανθρώπους που δε θα κάνουν Χριστούγεννα επειδή η επιχείρηση στην οποία δούλευαν είναι γυαλιά καρφιά. «Από τη νέα χρονιά και βλέπουμε» τους λένε. Και τους ξοφλάνε με επιταγές τα δεδουλευμένα. Παίρνει επιταγές ο χασάπης, άραγε; Δε θα μου έκανε και εντύπωση δηλαδή, μεταξύ μας.

Ο κόσμος τα βάζει και με την αστυνομία. Θεωρεί ότι αν ήταν πιο δραστική, τίποτα απ’ όλα αυτά δε θα είχε συμβεί. Εδώ όμως γελάμε. Και εδώ ακριβώς είναι που φαίνεται η απόλυτη βλακεία μας. Μήπως όλα αυτά ξεκίνησαν γιατί ήταν όντως πιο δραστική; Κι αυτό ακόμη προλάβαμε μάλλον να το ξεχάσουμε…

Η «ζαρντινιέρα» ξεχάστηκε. Το ίδιο και οι Πακιστανοί, τα «πράσινα παπούτσια», οι υποκλοπές, οι μπάτσες των Αλβανών, η SIEMENS, τα Ζωνιανά, το Βατοπέδι, η ποδηγέτηση της Δικαιοσύνης και τόσα ακόμη… Σε κάθε περίπτωση, είτε δεν βρίσκονταν οι ένοχοι, είτε έμεναν ατιμώρητοι, είτε έπεφταν στα απολύτως μαλακά.

Γιατί λοιπόν πέφτουμε και πάλι όλοι από τα σύννεφα;

Οι διαδηλωτές δεν έχουν μυαλό. Αντί να σπάσουν κανένα υπουργείο, πήγαν και κάνανε πλιάτσικο στους Κωτσόβολους. Ok, δε λέω, σπάσανε και μερικά φανάρια απ’ τις τράπεζες οι οποίες έτσι κι αλλιώς περίμεναν τις επιθέσεις και είχαν θαφτεί κάτω από λαμαρίνες και στόρια. Αλλά στο τέλος τέλος, την πλήρωσαν κάτι μαγαζιά με εσώρουχα, κάτι είδη δώρων, κάτι Goody’s και κάτι ρουχάδικα που γίνανε στάχτη. Θαρρείς και δεν είναι franchise αυτά και θα τα πληρώσουν οι εταιρίες απ’ την τσέπη τους. Τουλάχιστον άφησαν όρθιο τον Τερκενλή. Ανεπιβεβαίωτες πληροφορίες που ακόμη ελέγχονται, αναφέρουν πως και οι διαδηλωτές τελικά τρώνε μελομακάρονα και γεμιστά τσουρέκια με κάστανα και λευκή σοκολάτα.

Ο κόσμος δεν έχει μυαλό. Γιατί αν είχε, θα περίμενε και την οργή των γνωστών-αγνώστων αλλά και την αδράνεια της αστυνομίας. Και θα είχε φτιάξει ανθρώπινες αλυσίδες στο κέντρο της πόλης για να ενωθεί με τους διαδηλωτές και να πάνε να τα βάλουν με τα υπουργεία και τους 300 χλιδάτους βολεψάκιδες αντί με τους κάδους. Δυστυχώς όμως η δημοκρατία του καναπέ παραμένει ακόμη εν υπνώσει.

Η αστυνομία δεν έχει μυαλό. Γιατί μας έχει αποδείξει επανειλημμένα ότι ψευδορκεί στα δικαστήρια, για να εκτεθεί ανεπανόρθωτα στη συνέχεια από ένα βιντεάκι στο YouTube ή από το κινητό ενός περαστικού. Γιατί μας έχει αποδείξει ότι δεν κατάφερε τόσα χρόνια να αυτοπροστατευτεί, διατηρώντας ζωντανούς στους κόλπους της τους όποιους φασιστικούς θύλακες. Γιατί πάνω απ’ όλα έχει μια στείρα δημοσιουπαλληλίστικη νοοτροπία όπου ο από κάτω υπακούει στις εντολές του από πάνω, ξεχνώντας επιλεκτικά το σύνταγμα, τους νόμους και το συμφέρον του λαού, τη στιγμή που υποτίθεται ότι θα έπρεπε να κάνει το εντελώς αντίθετο. Αυτή τη φορά πάλι, προτίμησε τον εύκολο δρόμο. Τα έβαλε με τους μαθητές και τις κοπελίτσες. Σούπερ.

Και ο ένας τα ρίχνει στον άλλο. Ούτε ο κόσμος, ούτε οι διαδηλωτές, ούτε η αστυνομία έχει δίκιο σ’ αυτή την ιστορία. Πολλώ δε μάλλω οι πολιτικοί. Γι’ αυτό και ζούμε σε μια χώρα που δε φταίει ποτέ κανείς. Και δεν παραιτείται και κανείς. Γιατί άλλωστε; Αφού φταίμε όλοι μαζί. Αφού έχουμε αυτό που μας αξίζει. Αφού τελικά μας αρέσει. Μόνο που φοβόμαστε να το παραδεχτούμε στους εαυτούς μας. Όσο κι αν κάτι μέσα μας φωνάζει ότι δεν είναι σωστό όλο αυτό.

Κάπως έτσι λοιπόν θα ξεχαστούν όλα. Με τη χώρα να οδηγείται σιγά σιγά σε εκλογές, τα μικρά κόμματα να σηκώνουν ξαφνικά κεφάλι και δυο δημοκρατίες (μία του καναπέ και μία του δρόμου) σε απόλυτη κρίση ταυτότητας.

Παρόλα αυτά, ίσως και να είμαστε άδικοι. Μια κοινωνία που τα ιδανικά της έχουν παντελώς χαθεί, πώς να αρνηθεί σε έναν Κούγια να τη σώσει;