Έχω γνωρίσει πολλούς ανθρώπους στη ζωή μου. Κάποιοι από αυτούς ήταν ενδιαφέροντες και τους συναναστράφηκα. Κάποιοι ήταν περισσότερο ενδιαφέροντες, που φρόντισα να ασχοληθώ περισσότερο με το μυαλό τους, προσπαθώντας να κερδίσω κάτι από τη σοφία ή τη γνώση τους. Άλλοτε πάλι, χρησιμοποιούσα αυτή την προσλαμβάνουσα γνώση ως καλή αφορμή για να εμβαθύνω ακόμη περισσότερο, ρωτώντας, ψάχνοντας, δοκιμάζοντας, τολμώντας.
Η αέναη τέχνη της ανθρώπινης εξέλιξης.
Όλοι οι άνθρωποι γνωρίζουν πράγματα. Κάποιοι περισσότερα, κάποιοι λιγότερα. Άλλα είναι χρήσιμα και άλλα άχρηστα. Συνήθως αυτός που γνωρίζει κάτι, ξέρει αν όντως το γνωρίζει και σε ποιο βαθμό. Ταυτόχρονα, υπάρχουν άνθρωποι που ενώ ξέρουν ότι δε γνωρίζουν το παραμικρό, επικαλούνται ότι το κατέχουν πλήρως, προσπαθώντας να προκαλέσουν εντύπωση ή θαυμασμό, ικανοποιώντας τα αρχέγονα ματαιόδοξα πάθη τους.
Ειδικά, μάλιστα, αυτό το τελευταίο έχει μεγάλη πλάκα, γιατί όσο πιο πολύ προσπαθούν να σε πείσουν για τη μεγαλοθυμία τους, τόσο πιο αστείοι φαντάζουν.
Αλλά γιατί μιλάω για τους άλλους;
Δικό μου είναι το blog. Ας περιαυτολογήσω.
Ό, τι ξέρω, το ξέρω στα σίγουρα. Και το ξέρω καλά. Αν δεν το ξέρω -και παρόλα αυτά πρέπει να τοποθετηθώ γι’ αυτό- θα εκφραστώ με μια πρόταση του τύπου «νομίζω πως» ή «έχω την εντύπωση ότι» κ.λπ. κ.λπ.
Αν δεν ξέρω κάτι, ρωτάω. Γενικά ρωτάω πολύ. Και διαβάζω πολύ. Και δοκιμάζω και πάρα πολύ. Και μου αρέσει να διασταυρώνω γενικά όλες τις πληροφορίες για να είμαι σίγουρος πως αυτό που μαθαίνω δεν είναι μισή γνώση. Γιατί εντύπωση δε μου αρέσει να κάνω, άρα δεν πρόκειται ποτέ να μάθω κάτι μισό για να ισχυριστώ ότι το ξέρω ολόκληρο. Και αν πάλι είναι να μάθω κάτι μισό, ποιος ο λόγος εξ’ αρχής να το μάθω; Ας μη το μάθω ποτέ, να μη βρίσκω και τον μπελά μου.
Επίσης μου αρέσει να με ρωτάνε, γιατί θεωρώ πως με αυτόν τον τρόπο οι άνθρωποι σου δείχνουν εμπιστοσύνη. Υπάρχουν βέβαια και άνθρωποι που όταν τους ρωτάς, θεωρούν ότι εκτός από την απόλυτη γνώση, έχουν και το δικαίωμα της αποκλειστικότητας. Έτσι, πολλοί δεν αποκαλύπτουν πληροφορίες, γιατί αξιώνουν εμμέσως να προσθέσουν ένα ειδικό βάρος στη γνώση τους – κατά τις διδαχές των αρχαίων μυστών ας πούμε, ότι «η γνώση πρέπει να μεταδίδεται μόνο σ’ αυτόν που είναι άξιος να τη φέρει» και «άξιος είσαι άμα μπορείς να μάθεις κάτι από μόνος σου».
Άρα μη με ρωτάς.
Τόσο μαστουρωμένοι ήταν οι αρχαίοι μύστες.
Τώρα θα μου πείτε, δηλαδή ό, τι ξέρω το ξέρω τέλεια; Και αν είναι να μη μάθω κάτι τέλεια, δε μπαίνω στον κόπο να το μάθω καν;
Μα, ελάτε τώρα…
Το θέμα είναι το πώς εκφράζεσαι. Πάντα αυτό είναι το θέμα.
Μέχρι σήμερα, κανένας ποτέ δεν κατάφερε να μπει στο μυαλό του άλλου. Αυτό θα ήταν βέβαια εξαιρετικά ενδιαφέρον, γιατί θα μας γλίτωνε από πολλά προβλήματα. Όμως, μιας και η τεχνολογία δεν έχει προχωρήσει και τόσο, ό, τι και να έχω εγώ στο κεφάλι μου, το θέμα είναι το πώς θα το μεταφέρω στους γύρω μου.
Αν λοιπόν ξέρω, για παράδειγμα, ότι ένα κόλπο για να μην κιτρινίζουν οι γαρδένιες σας είναι να βάζετε στο χώμα τους το κατακάθι του ελληνικού καφέ, δε μπορώ να αξιώνω την ίδια στιγμή ότι είμαι και διδάκτορας της βοτανολογίας.
Μάλλον, δηλαδή.
Παρά ταύτα, αν η ερώτηση είναι απολύτως συγκεκριμένη, μπορώ να δώσω μία πολύ συγκεκριμένη απάντηση (αυτή με το κατακάθι ας πούμε). Αν όμως ο συνομιλητής μου ξεθαρρέψει και αρχίσει να με ρωτάει για τους κρεμαστούς κήπους της Βαβυλώνας, ε, θα ήταν μάλλον υποκριτικό να συνεχίσω να του εμπνέω εμπιστοσύνη με διάφορες αρλούμπες που θα μου κατέβαιναν στο κεφάλι.
Υποθέτω πως μέχρι στιγμής δεν σας είπα και τίποτα καινούριο – αν και περιαυτολόγησα λίγο εν τω μεταξύ και είμαι σίγουρος ότι ανύψωσα κατά τι το δημόσιο προφίλ μου. Ελπίζω τουλάχιστον, να μη γράφω και τζάμπα.
Έστω λοιπόν ότι ανήκετε κι εσείς στην κατηγορία των τίμιων θεματοφυλάκων της γνώσης και λέτε ευθέως και ευθαρσώς αυτό που πραγματικά γνωρίζετε, στον βαθμό που το γνωρίζετε, χωρίς φανφάρες, φύκια και φραμπαλάδες.
Μπορεί να μου πει κάποιος πως είναι δυνατόν να το φυτέψετε όλο αυτό στο κεφάλι κάποιου που, ενώ μπαίνει στον κόπο να σας συμβουλευτεί, σας αμφισβητεί συνεχώς και δεν πείθεται με τίποτα γι’ αυτό που του λέτε;
Εντάξει, όλοι έχουμε τις λόξες μας. Το κατανοώ.
Κι εγώ, για παράδειγμα, δεν αλλάζω άποψη τόσο εύκολα. Αυτό έχει να κάνει με το ποσοστό γνωσιακού επιπέδου όμως – αν κάτι θεωρώ ότι το έχω μάθει καλά και έχω κοπιάσει γι’ αυτό, δε γίνεται να έρθεις εσύ να μου τα ξαναμάθεις από την αρχή, έτσι απλά, μόνο με μία φράση. Πρέπει να με πείσεις πρώτα, να μου δώσεις έναν σοβαρό λόγο να αναθεωρήσω.
Ναι, αλλά αν κάτι δεν το γνωρίζω καθόλου, όπως για παράδειγμα που είναι η οδός Έδισον στη Θεσσαλονίκη (παρεμπιπτόντως το ξέρω – απλά μου φάνηκε αρκετά χαζό ως παράδειγμα); Γίνεται να αμφισβητώ τον συνομιλητή μου ες αεί, ενώ τον προσεγγίζω με μόνο εφόδιο την πλήρη άγνοιά μου;
Κι όμως γίνεται.
Για την ακρίβεια, κάποιοι άνθρωποι ζούνε σ’ αυτόν τον πλανήτη.
Τον πλανήτη της αμφισβήτησης.
Το καταπληκτικότερο όλων όμως, ξέρετε ποιο είναι; Ότι αυτή η ριμάδα η αμφισβήτηση, τις περισσότερες φορές τους αποζημιώνει. Αν πάλι προκύψει να είναι στείρα, δεν θα αποδώσει προφανώς και καρπούς, αλλά και πάλι δεν πειράζει. Το πολύ-πολύ να τους χαρακτηρίσετε ως αχώνευτους, νευρωτικούς ή κομπλεξικούς και να τους προσπεράσετε.
Αυτοί όμως θα έχουν ήδη κάνει τη δουλειά τους.
Θα σας έχουν αμφισβητήσει.
Κι αν μάλιστα υποπέσετε στο θανάσιμο αμάρτημα της αλαζονείας, πλανεμένοι πως είστε άξιοι να τους αποκρύψετε έστω και την παραμικρή δόση ακριβούς πληροφόρησης, την κάτσατε τη βάρκα αδέρφια. Γιατί πολύ απλά θα σας ξεμπροστιάσουν. Έχουν ένα μοναδικό ταλέντο σ' αυτό, ειλικρινά.
Δείτε ας πούμε έναν υποθετικό διάλογο μεταξύ δύο ανθρώπων, ενός βιαστικού περαστικού (Α) και ενός αμφισβητία (Β):
Β: Ξέρετε που είναι η οδός Έδισον;
Α: Όχι και βιάζομαι.
Βασικά, ο (Α) ξέρει. Γιατί μένει η γκόμενα εκεί και κάθε βράδυ ψάχνει να βρει πάρκινγκ στα γύρω τετράγωνα, αλλά αυτό είναι μία άχρηστη πληροφορία για την ώρα – κοινώς κουτσομπολιό. Η σημαντική πληροφορία είναι απλά ότι ξέρει, αλλά παρόλα αυτά δε θέλει να αποκαλύψει την πληροφορία γιατί έχει αργήσει στη δουλειά του και το αφεντικό θα τον κατσαδιάσει, έχει ξυπνήσει στραβά, δεν έχει πιει ακόμη καφέ, κάνει κρύο και βαριέται να εξηγεί, κ.λπ. κλπ.
Λογαριασμό θα σας δώσει, άλλωστε;
Ο (Β) υποψιάζεται ότι ο (Α) ξέρει, κυρίως από τον απότομο τρόπο με τον οποίο του απάντησε. Αλλά και να μην το υποψιαζόταν, είναι στη φύση του να αμφισβητεί. Κυρίως γιατί έχει μάθει να αμφισβητεί τα πάντα, προσπαθώντας να διεισδύσει στο μυαλό σου, απομυζώντας και το παραμικρό γραμμάριο αλήθειας που μπορεί να υποκρύπτεται πίσω από κάθε τι λεγόμενον, σημαντικό ή μη.
Β: Μα πως γίνεται να μη γνωρίζετε που είναι η οδός Έδισον. Είμαι σίγουρος ότι βρίσκεται κάπου εδώ κοντά. Αποκλείεται να μη γνωρίζετε!
Τώρα εδώ ο (Β) παίζει με το μυαλό σου. Γιατί έμμεσα σε κολακεύει (μα να μην το γνωρίζετε εσείς!) άσχετα αν στην ουσία σε χλευάζει (μα καλά, αυτό το ξέρουν κι οι πέτρες).
Τα πάντα κρύβονται στην αρμονία της τονικότητας.
Μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα. Ή του λες και ησυχάζεις (sic), ή τον γειώνεις και φεύγεις.
Παρόλα αυτά, ότι και να κάνεις, το μπελά σου θα βρεις. Διότι, αν του πείτε τελικώς που είναι η ριμάδα η Έδισον, θα φανερωθεί ότι του είπατε αρχικώς ψέματα και δεν σας ξεπλένει ούτε ο Νιαγάρας αντάμα με το ‘νέο Skip πανίσχυρο μικρό’. Αν πάλι τον γειώσετε και φύγετε, θα σας καταριέται μέχρι να πατήσετε μαύρο χιόνι.
Πώς λοιπόν μπορείτε να πείσετε έναν τέτοιο άνθρωπο, αφενός μεν για τις αγνές σας προθέσεις, αφετέρου δε για την ακρίβεια των λεγομένων σας;
Χρειάστηκαν τόσες γραμμές για να σας πω κάτι τόσο απλό, κάτι που ήδη γνωρίζετε:
Δε μπορείτε.
Μα πριν βαυκαλιστείτε σκεπτόμενοι «ο μη νοών βλάκας, ο δε νοών το βάζει στα πόδια», προσπαθώντας να γλιτώσετε από τα παιχνίδια της μοίρας, θυμηθείτε τον Μπρεχτ και τον κ. Κόινερ:
Και ποιό είναι το μεγάλο μυστικό του βλάκα -ρώτησαν κάποτε τον κ. Κόινερ - αυτό που τον κάνει ακατανίκητο, ανυπέρβλητα κακό και πάντα νικητή;
- Το μεγάλο μυστικό του βλάκα, χμ, για να σκεφτώ λίγο… Ε… μάλλον ότι δεν του περνά καν από το μυαλό, δεν διανοείται ότι μπορεί για μια στιγμή να ‘χει άδικο. Κι αν του περάσει μια στάλα υποψίας από το μυαλό, γρήγορα τη διώχνει. Αυτός βλαξ; Ποτέ των ποτών. Οι άλλοι είναι πάντα. Έτσι γίνεται αδίσταχτα θρασύς, υπέροχα επικίνδυνος, ανυπέρβλητα αλαζονικός. Και πείθει. Γιατί πάντα υπάρχουν αρκετοί βλάκες για να σχηματίσουν μια πλειοψηφία. Αυτό είναι το μυστικό όπλο του βλάκα.
Μα γι αυτό ακριβώς πρέπει να εξολοθρεύουμε τη βλακεία, γιατί κάνει βλάκες αυτούς που τη συναντούν.
Στ’ αλήθεια όμως, μπορούμε;